Όσοι έχουν επισκεφτεί το εξαιρετικό Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος» σίγουρα πρόσεξαν ορισμένα γνωρίσματα που θα τα ζήλευε κάθε Ελληνική γειτονιά. Στις εγκαταστάσεις του χωρούν 32 χιλιάδες επισκέπτες στους οποίους παρέχονται όλες οι αφορμές για έναν ποιοτικό και ασφαλή περίπατο με πολλούς και διαφορετικούς προορισμούς, σε ένα άνετο δίκτυο κίνησης του οποίου οι διασταυρώσεις δεν προκαλούν αμηχανία προσανατολισμού.

Παντού συναντάς υπαλλήλους που «αστυνομεύουν» ούτως ειπείν την περιοχή, αλλά με την ουσιαστική έννοια του όρου. Καθοδηγούν  ευγενικά τους περιπατητές, προστατεύουν τις ακριβές εγκαταστάσεις από βανδαλισμούς ή κατάχρηση, κάνοντας τελικά ορατές τις εγγυήσεις ασφάλειας που οφείλει να παρέχει ένας Δήμος στους δημότες του.

Βλέπουμε αυτά και άλλα πολλά, πολύ θα θέλαμε οι γειτονιές μας να ήταν εξίσου χρήσιμες για ασφαλή και άνετη μετακίνηση πεζών και ποδηλάτων. Και δεν πρόκειται για ευχή χωρίς αντίκρισμα μιας και – για διάφορους λόγους – οι περισσότερες Ελληνικές πόλεις είναι από τη φύση τους κατάλληλες για ανάπτυξη πεζής και ποδηλατικής μετακίνησης. Η «βαδισιμότητα» που όλο και συχνότερα εκπέμπεται από τα προεκλογικά μπαλκόνια, δεν είναι πάντα θέμα ακριβών δημόσιων έργων. Μερικές φορές το μόνο που χρειάζεται είναι πολιτική βούληση και πυγμή.

Η αμιγής κατοικία

Δεν είναι photoshop. Είναι υπαρκτή περιοχή αμιγέστατης κατοικίας στο San Buenaventura του Mexico. Φωτογραφία του Oscar Ruiz όπως την εντοπίσαμε στο National Geographic.

Μια φορά και έναν καιρό, τότε που οι κανόνες της αριθμητικής είχαν νόημα και εμείς μαθαίναμε από τα λάθη μας, κάναμε αυστηρό Ευκλείδειο διαχωρισμό της γης σε περιοχές μοναδικής χρήσης διότι, μεταξύ άλλων, υπήρχαν και σοβαροί λόγοι δημόσιας υγείας. Έπρεπε για παράδειγμα να ξεχωρίσουμε παστρικές περιοχές κατοικίας από τις ρυπαρές και θορυβώδεις περιοχές εργασίας, έτσι ώστε ο σκληρά εργαζόμενος πληθυσμός να μπορεί να ξεκουραστεί και να μεγαλώσει τα παιδιά του.

Σήμερα, κόντρα στο αυτονόητο, επιμένουμε σε παλιομοδίτικα και μάλλον άδικα μοντέλα αμιγούς κατοικίας προκαλώντας γενική ταπείνωση του επιπέδου ζωής. Ποιος δεν αντιλαμβάνεται ότι όταν απομακρύνουμε τη μία χρήση από την άλλη στην πραγματικότητα στηριζόμαστε στη χρήση του ΙΧ για να τις επανασυνδέσει; Όταν δηλαδή αφαιρούμε μέσα από περιοχές κατοικίας «ενοχλητικές (για ποιόν άραγε;) χρήσεις» που οι κάτοικοι χρειάζονται για να βγάλουν τη μέρα τους, στην πραγματικότητα σπρώχνουμε τον κόσμο μέσα στο αυτοκίνητο για να τις αναζητήσει αλλού.

Οι υπερτοπικοί πόλοι έλξης αυτοκινήτου

Αλλά δεν είναι μόνο η αμιγής κατοικία. Είναι και αυτοί οι ιδιότροποι και συχνά θνησιγενείς «υπερτοπικοί» πόλοι αναψυχής, εκπαίδευσης, αθλητισμού κ.λπ., που κατασκευάζουμε για να κόψουμε κορδέλες, ενώ το μόνο που καταφέρνουμε είναι να μεγαλώνουμε την ακτίνα επιρροής βασικών χρήσεων με αποτέλεσμα αντί να μπορούμε να πάμε με τα πόδια, παίρνουμε το ΙΧ για να πάμε το παιδί στο σχολείο και το γήπεδο ή για να κάνουμε μια βόλτα στο άλσος.

Σ’ αυτό το σημείο οι κάτοικοι των βασανισμένων γειτονιών αντιπροτείνουν μικρούς, φθηνούς και εξοπλισμένους κοινόχρηστους τόπους σε επίπεδο γειτονιάς, κοντά στο σχολειό, σε απόσταση ενός τετάρτου της ώρας από ένα μεσαίο αθλητικό κέντρο δίπλα σε μια (όσο γίνεται) πράσινη περιοχή βόλτας ή διημέρευσης και, όλα αυτά, συνδεδεμένα με πεζοδρόμους ή έστω με διευρυμένα πεζοδρόμια.

Λύσεις υπάρχουν αλλά δυστυχώς, κάθε τι το προφανές πρώτα περνάει από το στάδιο της γελοιοποίησης, μετά βρίσκει σφοδρή αντίθεση και στο τέλος παρουσιάζεται σαν αυτονόητο. Εμείς, θαρρώ, είμαστε λίγο πριν το αυτονόητο και ίσως λίγο πριν την υλοποίηση.

Πρώτα η λιμουζίνα

Η ταινία «Ούτε γάτα ούτε ζημιά» του Αλέκου Σακελλάριου (1955).

Μένει τελευταίο το δύσπεπτο γεγονός ότι, εδώ και δεκαετίες, οι πολιτικές για τις πόλεις μας εστιάζουν περισσότερο στο αυτοκίνητο παρά στον οδηγό του. Όμως, αυτή η προτεραιότητα στην εξυπηρέτηση του ΙΧ είναι μια παλιομοδίτικη λογική που έρχεται από τα χρόνια που η λιμουζίνα αποτελούσε προνόμιο των νοικοκυριών υψηλών εισοδημάτων.

Σήμερα, που το καθεστώς ιδιοκτησίας και χρήσης ιδιόκτητου αυτοκινήτου έχει εντονότατα διαφοροποιηθεί, κανείς δεν αντιλαμβάνεται για ποιο λόγο επιμένουμε να παραχωρούμε το 97% του πανάκριβου κοινόχρηστου οδικού δικτύου μας στο 35% του πληθυσμού που – για διάφορους λόγους – είναι εξαρτημένο από το ΙΧ.

Αυτή η επισήμανση έχει τη σημασία της γιατί, δεν έχει και πολύ νόημα να ονειρευόμαστε πόλεις κατάλληλες για πεζή και ποδηλατική μετακίνηση όταν την αποκλειστική χρήση του οδικού τους δικτύου την έχουν τα οχήματα.

Συνοψίζοντας, ο τίτλος άρθρου είναι μάλλον παραπλανητικός γιατί στο τέλος της ημέρας, πάμε στο γυμναστήριο για να βηματίσουμε μηχανικά πάνω στον ηλεκτρικό διάδρομο, όπως επιστημονικά ονομάζεται το τεχνητό πεζοδρόμιο.

Αγιά Παρασκευή, 11/3/2018
Κώστας Κουρούνης
πολιτικός μηχανικός πολεοδόμος